Η νέα ανάφλεξη στη Μέση Ανατολή και η εκτίναξη των τιμών του πετρελαίου επαναφέρουν στο προσκήνιο τον εφιάλτη ενός ενεργειακού σοκ με παγκόσμιες συνέπειες. Οι κεντρικές τράπεζες, που μέχρι πρόσφατα προετοίμαζαν το έδαφος για σταδιακές μειώσεις επιτοκίων, βρίσκονται πλέον αντιμέτωπες με ένα με τον κίνδυνο αναζωπύρωσης του πληθωρισμού μέσω της ενέργειας.
Οι τιμές του πετρελαίου έχον εκτοξευθεί στα ύψη μετά την επίθεση των ΗΠΑ και του Ισραήλ στο Ιράν με αποτέλεσμα τον θάνατο του Ανώτατου Ηγέτη του Ιράν, Ali Hosseini Khamenei. Η Τεχεράνη απάντησε με πυραυλικές επιθέσεις εναντίον πολλών χωρών του Κόλπου.
Η κίνηση δεξαμενόπλοιων μέσω των Στενών του Hormuz έχει ουσιαστικά παγώσει, καθώς η απειλή επιθέσεων από το Ιράν αποτρέπει τα πλοία από το να διασχίσουν τη θαλάσσια οδό.
Αλλαγή ρότας από τις κεντρικές τράπεζες
Οι υψηλότερες τιμές ενέργειας θα περάσουν τελικά στις τιμές καταναλωτή και παραγωγού, ιδίως στις οικονομίες που εξαρτώνται σε μεγάλο βαθμό από εισαγωγές πετρελαίου από τη Μέση Ανατολή, αναγκάζοντας τις κεντρικές τράπεζες να επανεξετάσουν την πορεία των επιτοκίων τους. «Η συνεχιζόμενη σύγκρουση στο Ιράν ενισχύει το επιχείρημα για πολλές κεντρικές τράπεζες να διατηρήσουν τα επιτόκια σταθερά προς το παρόν», ανέφερε ομάδα οικονομολόγων της Nomura σε σημείωμά της την Κυριακή.
Καθώς η ένταση επιβαρύνει την οικονομική δραστηριότητα, οι υπεύθυνοι χάραξης πολιτικής καλούνται να ισορροπήσουν ανάμεσα στον πληθωριστικό κίνδυνο και στην επιβράδυνση της ανάπτυξης. Η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα βρίσκεται αντιμέτωπη με ένα «πραγματικό δίλημμα», όπως το χαρακτήρισαν οικονομολόγοι της ING, καθώς ένα πετρελαϊκό σοκ θα μπορούσε να ωθήσει ακόμη υψηλότερα τον ήδη επίμονο πληθωρισμό, την ώρα που οι προοπτικές ανάπτυξης αποδυναμώνονται λόγω των υψηλότερων αμερικανικών δασμών. Προσέθεσαν ότι «για να δούμε αύξηση επιτοκίων, η οικονομία της ευρωζώνης θα πρέπει να επιδείξει σαφή ανθεκτικότητα».
Η Ευρώπη εισάγει σχεδόν όλο το πετρέλαιό της και σημαντικό μερίδιο υγροποιημένου φυσικού αερίου, γεγονός που αυξάνει τον κίνδυνο διπλού ενεργειακού και εμπορικού σοκ, ανέφερε η τράπεζα.
Το μέλος του διοικητικού συμβουλίου της ΕΚΤ, Pierre Wunsch, δήλωσε ότι οι αξιωματούχοι θα αποφύγουν βιαστικές αντιδράσεις σε κινήσεις των τιμών της ενέργειας. «Αν διαρκέσει περισσότερο, αν η αύξηση στις τιμές της ενέργειας είναι μεγαλύτερη, τότε θα πρέπει να “τρέξουμε” τα μοντέλα μας και να δούμε τι συμβαίνει», ανέφερε.
Η πρώην υπουργός Οικονομικών των ΗΠΑ, Janet Yellen, δήλωσε ότι η σύγκρουση θα μπορούσε να πλήξει την οικονομική ανάπτυξη των ΗΠΑ και να τροφοδοτήσει πληθωριστικές πιέσεις, αποτρέποντας τη Fed από το να μειώσει τα επιτόκια. «Η πρόσφατη κατάσταση στο Ιράν καθιστά τη Fed ακόμη πιο επιφυλακτική, πιο απρόθυμη να μειώσει τα επιτόκια απ’ ό,τι πριν», δήλωσε πριν λίγες ημέρες.
Ο πληθωρισμός στις ΗΠΑ διαμορφώθηκε στο 2,4% τον Ιανουάριο, πάνω από τον στόχο του 2% της Fed. Η Yellen προειδοποίησε ότι οι δασμοί του Αμερικανού προέδρου, Donald Trump, θα μπορούσαν να ωθήσουν τον ετήσιο πληθωρισμό τουλάχιστον στο 3%.
Η τελευταία αυτή ανάφλεξη έρχεται μετά την κατάληψη της πετρελαιοπαραγωγού Βενεζουέλας από τον Trump νωρίτερα φέτος και την απειλή του να αναλάβει τον έλεγχο της Γροιλανδίας, ενός ακόμη στρατηγικά σημαντικού ενεργειακού αποθέματος. Το Brent έχει αυξηθεί κατά 36% από την αρχή του έτους, σύμφωνα με στοιχεία της LSEG, ενώ τα συμβόλαια WTI ήταν αυξημένα κατά 32% έως την Τετάρτη.
Το σενάριο ακραίου κινδύνου με το brent πάνω από τα 100 δολ.
Η παγκόσμια αγορά ενέργειας αντιμετωπίζει ένα σενάριο ακραίου κινδύνου, καθώς μια παρατεταμένη διακοπή στα Στενά του Hormuz θα μπορούσε να ωθήσει το Brent πάνω από τα 100 δολάρια το βαρέλι και τις τιμές του φυσικού αερίου στην Ευρώπη πάνω από τα 60 ευρώ ανά μεγαβατώρα, σύμφωνα με την Bank of America.
Η Ασία σηκώνει το μεγαλύτερο βάρος
Οι ασιατικές οικονομίες θα ήταν ιδιαίτερα εκτεθειμένες. Το μεγαλύτερο μέρος του αργού που διέρχεται από τα Στενά του Hormuz κατευθύνεται προς την Κίνα, την Ινδία, την Ιαπωνία και τη Νότια Κορέα, σύμφωνα με την Υπηρεσία Πληροφοριών Ενέργειας των ΗΠΑ.
Στο σενάριο εξάμηνου κλεισίματος των Στενών και αύξησης της τιμής του πετρελαίου από τα 70 στα 85 δολάρια το βαρέλι, ο πληθωρισμός στην Ασία θα μπορούσε να αυξηθεί κατά περίπου 0,7 ποσοστιαίες μονάδες, σύμφωνα με τη Goldman Sachs. Οι Φιλιππίνες και η Ταϊλάνδη αναμένεται να είναι οι πιο ευάλωτες, ενώ η Κίνα θα μπορούσε να δει «πιο περιορισμένη αύξηση».
Οι παρατεταμένες αυξήσεις στις τιμές του πετρελαίου ενδέχεται να οδηγήσουν κεντρικές τράπεζες στην Ασία, όπως των Φιλιππίνων και της Ινδονησίας, να παγώσουν τις μειώσεις επιτοκίων, ενώ στην Ινδία και τη Νότια Κορέα τα επιτόκια πιθανότατα θα παραμείνουν σταθερά για μεγαλύτερο διάστημα.
Η BMI, μονάδα της Fitch Solutions, εκτιμά ότι η σύγκρουση θα προσθέσει από 7 έως 27 μονάδες βάσης στον γενικό πληθωρισμό στην Ασία, με τη μεγαλύτερη επίδραση στην Ταϊλάνδη, τη Νότια Κορέα και τη Σιγκαπούρη λόγω της υψηλής στάθμισης της ενέργειας στους δείκτες τιμών. «Για ένα σοκ 10% στις τιμές του πετρελαίου, η επίδραση στον πληθωρισμό είναι αρκετά μικρή ώστε οι περισσότερες χώρες να το αγνοήσουν. Όμως ο υπολογισμός αλλάζει ουσιαστικά με αυξήσεις 20–30 δολαρίων ανά βαρέλι, όπου οι επιπτώσεις στον ΔΤΚ διπλασιάζονται ή τριπλασιάζονται και οι δευτερογενείς επιδράσεις γίνονται δυσκολότερο να αγνοηθούν», ανέφερε η εταιρεία.
Οι αυξήσεις επιτοκίων παραμένουν προς το παρόν εκτός ατζέντας, εκτός εάν οι αυξανόμενες τιμές πετρελαίου διατηρηθούν και μετακυλιστούν σε τρόφιμα και άλλα εμπορεύματα μέσω υψηλότερων μεταφορικών και ναύλων, επηρεάζοντας τον δομικό πληθωρισμό.
Δημοσιονομικά «μαξιλάρια»
Η δημοσιονομική τόνωση και οι επιδοτήσεις θα μπορούσαν να απορροφήσουν μέρος των πληθωριστικών πιέσεων, ιδίως ενόψει του 2026, προσφέροντας μια σχετικά άνετη αφετηρία.
«Αναμένουμε η Ασία να χρησιμοποιήσει τη δημοσιονομική πολιτική ως πρώτη γραμμή άμυνας για την προστασία των καταναλωτών», ανέφεραν οι οικονομολόγοι της Nomura. Πιθανά μέτρα περιλαμβάνουν ελέγχους τιμών, υψηλότερες επιδοτήσεις, μειώσεις ειδικών φόρων κατανάλωσης στα καύσιμα και χαμηλότερους εισαγωγικούς δασμούς στο αργό και στα διυλισμένα προϊόντα. Ωστόσο, οι επιδοτήσεις ενδέχεται να επιβαρύνουν περαιτέρω τα ήδη πιεσμένα δημοσιονομικά ελλείμματα των κυβερνήσεων, δήλωσε ο Rob Subbaraman, επικεφαλής παγκόσμιας μακροοικονομικής έρευνας της Nomura. «Ποιο “αρνητικό” προτιμάτε; Υψηλότερο πληθωρισμό ή χειρότερα δημοσιονομικά; Αυτές είναι επιλογές πολιτικής που καλούνται να κάνουν οι κυβερνήσεις».
www.bankingnews.gr
Σχόλια αναγνωστών